καρφιτσώνω

Μεταφράσεις

καρφιτσώνω

épingler (karfi'tsono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στερεώνω κτ με καρφίτσα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close