καρφώνω

Μεταφράσεις

καρφώνω

clouerrivet (kar'fono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στερεώνω κτ με σφυρί και καρφί καρφώνω κτ στον τοίχο
2. μεταφορικά μαρτυράω, προδίδω Τον κάρφωσε στην αστυνομία.
3. μεταφορικά συγκεντρώνω την προσοχή μου καρφώνω κπ με το βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close