κατάδικος

Μεταφράσεις

κατάδικος

condenadoconvict (ka'taðikos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που έχει τιμωρηθεί με φυλάκιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close