κατάκτηση

Μεταφράσεις

κατάκτηση

conquestconquêteEroberungзавоеваниеconquista征服정복الفتحerobringכיבושdobytíconquistaconquistaConquest (ka'taktisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κυριαρχία η κατάκτηση μιας χώρας
2. απόκτηση, κατόρθωμα η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου οι κοινωνικές κατακτήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close