κατάματα

Μεταφράσεις

κατάματα

العينตาокото (ka'tamata)
επίρρημα
1. μέσα στα μάτια του
2. μεταφορικά βλέπω αντιμετωπίζω κτ κατάματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close