κατάμαυρος

(προωθήθηκε από κατάμαυρο)
Μεταφράσεις

κατάμαυρος

(ka'tamavros) αρσενικό

κατάμαυρη

(ka'tamavri) θηλυκό

κατάμαυρο

(ka'tamavro) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ μαύρος Το τζάκι είναι κατάμαυρο.
2. πολύ βρόμικος γίνομαι κατάμαυρος (από τη βρόμα)
3. μαυρισμένος από τον ήλιο Γύρισε από τις διακοπές κατάμαυρος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close