κατάπληκτος

(προωθήθηκε από κατάπληκτη)
Μεταφράσεις

κατάπληκτος

(ka'tapliktos) αρσενικό

κατάπληκτη

(ka'taplikti) θηλυκό

κατάπληκτο

étonné, surpris, abasourdi, émerveilléمَدْهُوش, مَذْهُولohromený, užaslýforbløffeterstaunt, fassungslosamazed, astonished, stunnedasombrado, aturdido, estupefacto, sorprendidoällistynyt, hämmästynyt, tyrmistynytiznenađen, zapanjensbalordito, stupitoどぎもを抜かれて, 驚いた, 驚いて놀란, 어안이 벙벙한verbaasdforbauset, forbløffet, lamslåttwstrząśnięty, zdumionyespantado, pasmadoизумленный, ошеломленныйförbluffad, förvånad, paffตกตะลึง, ที่ประหลาดใจ, น่าทึ่งşaşırmış, şaşkınbị choáng váng, kinh ngạc吃惊的, 惊讶的, 瞠目结舌的изумен (ka'taplikto) ουδέτερο
επίθετο
έκπληκτος, εμβρόντητος μένω κατάπληκτος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close