κατάπτωση

Μεταφράσεις

κατάπτωση

(ka'taptosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η επιδείνωση της φυσικής κατάστασης νιώθω κατάπτωση
2. παρακμή κατάπτωση της αστικής τάξης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close