κατάσχεση

Μεταφράσεις

κατάσχεση

confiscation, foreclosureconfiscationbeslaglæggelsesequestroзахватbeslagapreensãoBeschlagnahme (ka'tasçesi)
ουσιαστικό θηλυκό νομικά
δέσμευση περιουσίας λόγω χρεών κατάσχεση αυτοκινήτου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close