κατάχρηση

Μεταφράσεις

κατάχρηση

abuse, embezzlementabus滥用濫用abusomisbruikMissbrauch남용злоупотребаabuso虐待misbrugتعاطيzneužíváníabusomissbrukהתעללות (ka'taxrisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκμετάλλευση η κατάχρηση εξουσίας
2. υπερβολική χρήση η κατάχρηση οινοπνεύματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close