κατέχω

Μεταφράσεις

κατέχω

besitzen, beherrschen, besetzenown, possess, know, occupyовладеть, владеть, обладатьيـَمْتَلِك, يَـمْلِكُvlastnitbesidde, ejeposeeromistaaposséderposjedovatipossedere所有する소유하다bezitteneie, være i besittelse avposiąśćpossuiräga, besittaเป็นเจ้าของsahip olmaksở hữu占有, 拥有 (ka'texo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω κατέχω μία έκταση
2. είμαι γνώστης κατέχω τη δουλειά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close