καταγγέλλω

(προωθήθηκε από κατήγγειλα)
Μεταφράσεις

καταγγέλλω

accuse, denounce, arraigndénoncer (kata'nɟelo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω μήνυση καταγγέλλω στην αστυνομία
2. κατηγορώ ανοιχτά καταγγέλλω την αδιαφορία κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close