καταβάλλω

Μεταφράσεις

καταβάλλω

debilitate, exert, overwhelm, vanquish (kata'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω καταβάλλω προσπάθεια
2. δίνω, πληρώνω καταβάλλω ένα ποσό
3. εξαντλώ Η αρρώστια με κατέβαλε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close