καταγωγή

Μεταφράσεις

καταγωγή

ancestry, descent, extractionoprindelseorigenпроисхожденияorigineorigineursprungoorsprongпроизходorigem (kataɣo'ʝi)
ουσιαστικό θηλυκό
προέλευση είμαι ελληνικής καταγωγής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close