καταδικάζω

Μεταφράσεις

καταδικάζω

condemn, sentence, convictcondamnerيَحْكُمُ, يُدينُodsoudit, usvědčitdømme, fordømme, idømmeverurteilencondenar, sentenciartuomita, tuomita rikoksestaosuđen, osuditicondannare判決を下す, 有罪と決定する, 非難する비난하다, 유죄를 입증하다, 판결을 내리다veroordelendomfelle, dømme, idømmepotępić, skazaćcondenar, sentenciarосудить, осуждать, приговариватьavkunna dom över, döma, fördömaตัดสินลงโทษ, ประณาม, พิสูจน์ว่ามีความผิดhükümlü, kınamak, mahkum etmekchỉ trích, kết án判刑, 判罪, 谴责 (kataði'kazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποφασίζω πως κπ είναι ένοχος καταδικάζω κπ σε φυλάκιση ενός χρόνου
2. δηλώνω πως είμαι τελείως αντίθετος καταδικάζω τη βία καταδικάζω μια πρόταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close