καταδιώκω

Μεταφράσεις

καταδιώκω

chase, hound, persecute (kata'ðioko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κυνηγάω καταδιώκω τον εχθρό
2. μεταφορικά κτ τυραννάει το μυαλό μου Οι τύψεις με καταδιώκουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close