καταθλίβω

Μεταφράσεις

καταθλίβω

(kata'θlivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στενοχωρώ πολύ Ο θάνατός του με κατέθλιψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close