καταθλιπτικός

Μεταφράσεις

καταθλιπτικός

(kataθlipti'kos) αρσενικό

καταθλιπτική

(kataθlipti'ci) θηλυκό

καταθλιπτικό

sombre, depressingمُحْزِنdeprimujícídeprimerendedeprimierenddeprimentemasentavadéprimantdeprimirajućideprimente憂鬱な기운을 잃게 하는deprimerenddeprimerendeprzygnębiającydeprimenteугнетающийdeprimerandeทำให้หดหู่iç karartıcıgây chán nản令人抑郁的 (kataθlipti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που πάσχει από κατάθλιψη είμαι καταθλιπτικός
2. θλιβερός καταθλιπτικό τοπίο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close