κατακτώ

Μεταφράσεις

κατακτώ

erobernconquerkonkericonquérirيَفْتَحُporaziterobreconquistarvalloittaaosvojiticonquistare征服する정복하다veroverenerobrezdobyćconquistarзавоевыватьerövraชนะfethetmekchinh phục征服 (kata'kto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κυριεύω κατακτώ μια χώρα
2. κερδίζω κατακτώ έναν τίτλο
3. γοητεύω Μας κατέκτησε με τη μουσική του. κατακτώ την καρδιά κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close