κατακόρυφος

(προωθήθηκε από κατακόρυφο)
Μεταφράσεις

κατακόρυφος

(kata'korifos) αρσενικό

κατακόρυφη

(kata'korifi) θηλυκό

κατακόρυφο

(kata'korifo) ουδέτερο
επίθετο
1. κάθετος κατακόρυφη γραμμή
2. ξαφνικός και θεαματικός κατακόρυφη άνοδος

κατακόρυφος

vertical, handstandعَمُودِيّsvislývertikalsenkrechtverticalpystysuoraverticalokomitverticale垂直の수직의verticaalvertikalpionowyverticalвертикальныйlodrätซึ่งเป็นแนวดิ่งdikeythẳng đứng垂直的
ουσιαστικό θηλυκό
η στάση με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω κάνω κατακόρυφο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close