καταλήγω

Μεταφράσεις

καταλήγω

end, end up, concludelimtuŝiterminaraboutir, se terminerandare a finire, finire, morire (kata'liɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. φτάνω Καταλήξαμε σε διαζύγιο. Καταλήξαμε σε συμφωνία.
2. βγάζω συμπέρασμα Κατέληξα ότι είναι καλύτερα να μην τον βλέπω.
3. καταντάω Θα καταλήξεις θύμα του.
4. τελειώνω, οδηγώ Ο δρόμος δεν καταλήγει πουθενά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close