καταλαμβάνω

Μεταφράσεις

καταλαμβάνω

occupy, seize

καταλαμβάνω

يَحْتَلُّ

καταλαμβάνω

obývat

καταλαμβάνω

besætte

καταλαμβάνω

bewohnen

καταλαμβάνω

ocupar

καταλαμβάνω

asua

καταλαμβάνω

occuper

καταλαμβάνω

zauzeti

καταλαμβάνω

occupare

καταλαμβάνω

占める

καταλαμβάνω

점유하다

καταλαμβάνω

gebruiken

καταλαμβάνω

bebo

καταλαμβάνω

okupić

καταλαμβάνω

ocupar

καταλαμβάνω

занимать

καταλαμβάνω

ockupera

καταλαμβάνω

อาศัยอยู่ใน

καταλαμβάνω

oturmak

καταλαμβάνω

sống

καταλαμβάνω

占领
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close