κατανέμω

Μεταφράσεις

κατανέμω

allocate, apportion, ration (kata'nemo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μοιράζω κατανέμω το χρόνο μου κατανέμω εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close