καταναγκαστικός

(προωθήθηκε από καταναγκαστική)
Μεταφράσεις

καταναγκαστικός

(katanaŋgasti'kos) αρσενικό

καταναγκαστική

(katanaŋgasti'ci) θηλυκό

καταναγκαστικό

(katanaŋgasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
υποχρεωτικός
βαριά εργασία ως ποινή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close