καταναλώνω

Μεταφράσεις

καταναλώνω

consumeconsommercomerjeśćלאכולmangiareäta食べるspisejístcomerกินetenEssen (katana'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξοδεύω καταναλώνω τρόφιμανερό
2. καίω Το αυτοκίνητό μου καταναλώνει πολλή βενζίνη. καταναλώνω ενέργεια
3. αφιερώνω Καταναλώνεις το χρόνο σου στην τηλεόραση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close