κατανοητός

(προωθήθηκε από κατανοητό)
Μεταφράσεις

κατανοητός

(katanoi'tos) αρσενικό

κατανοητή

(katanoi'ti) θηλυκό

κατανοητό

intelligible, compréhensibleunderstandable, comprehensibleمَفْهُومpochopitelnýforståeligverständlichcomprensibleymmärrettävärazumljivcomprensibile理解できる이해할 수 있는begrijpelijkforståeligzrozumiałycompreensívelпонятныйförståeligเข้าใจได้anlaşılırcó thể hiểu được可以理解的, 理解理解 (katanoi'to) ουδέτερο
επίθετο
σαφής, εύκολος να τον καταλάβει κν γίνομαι είμαι κατανοητός κατανοητά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close