καταπέφτω

Μεταφράσεις

καταπέφτω

(kata'pefto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χειροτερεύω, εξασθενώ Μετά το διαζύγιο κατέπεσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close