καταπατώ

(προωθήθηκε από καταπατάω)
Μεταφράσεις

καταπατώ

(katapa'to)

καταπατάω

squat (katapa'tao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παραβιάζω καταπατώ τα δικαιώματα κάποιου
2. αθετώ καταπατώ υπόσχεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close