καταπιεστικός

Μεταφράσεις

καταπιεστικός

(katapiesti'kos) αρσενικό

καταπιεστική

(katapiesti'ci) θηλυκό

καταπιεστικό

oppressive (katapiesti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που καταπιέζει καταπιεστικά μέτρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close