καταπλήσσω

Μεταφράσεις

καταπλήσσω

étonner, surprendre, émerveillerيُدْهِشُ, يُدهِشُohromit, udivitforbløffeerstaunenamaze, astonishasombrarällistyttää, hämmästyttääiznenaditi, zapanjitisbalordire, stupire驚かす, 驚かせる놀라게 하다verbazenforbause, forbløffezadziwić, zdumiećespantar, pasmarизумлять, ошеломлятьförbluffa, förvånaทำให้แปลกใจ, ทำให้ประหลาดใจşaşırtmaklàm kinh ngạc使吃惊, 惊讶 (kata'pliso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εντυπωσιάζω Μας κατέπληξε, όπως πάντα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close