καταρρίπτω

Μεταφράσεις

καταρρίπτω

(kata'ripto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να γκρεμιστεί καταρρίπτω αεροπλάνο
2. μεταφορικά διώχνω καταρρίπτω ένα καθεστώς
3. ξεπερνάω καταρρίπτω ρεκόρ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close