καταρτίζω κατάλογο

Μεταφράσεις

καταρτίζω κατάλογο

يُعِدُّ الْقَائْمَة

καταρτίζω κατάλογο

sepsat

καταρτίζω κατάλογο

opføre

καταρτίζω κατάλογο

auflisten

καταρτίζω κατάλογο

list

καταρτίζω κατάλογο

enumerar

καταρτίζω κατάλογο

luetella

καταρτίζω κατάλογο

énumérer

καταρτίζω κατάλογο

popisati

καταρτίζω κατάλογο

elencare

καταρτίζω κατάλογο

一覧表を作る

καταρτίζω κατάλογο

목록에 기재하다

καταρτίζω κατάλογο

vermelden

καταρτίζω κατάλογο

føre opp

καταρτίζω κατάλογο

spisać

καταρτίζω κατάλογο

listar

καταρτίζω κατάλογο

составлять список

καταρτίζω κατάλογο

räkna upp

καταρτίζω κατάλογο

ลงรายการ

καταρτίζω κατάλογο

listelemek

καταρτίζω κατάλογο

liệt kê

καταρτίζω κατάλογο

列出
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close