καταρτισμένος

Μεταφράσεις

καταρτισμένος

مُتَدَرِّب

καταρτισμένος

vyučený

καταρτισμένος

uddannet

καταρτισμένος

ausgebildet

καταρτισμένος

trained

καταρτισμένος

capacitado, cualificado

καταρτισμένος

valmennettu

καταρτισμένος

formé

καταρτισμένος

obučen

καταρτισμένος

addestrato

καταρτισμένος

訓練された

καταρτισμένος

훈련 받은

καταρτισμένος

getraind

καταρτισμένος

faglært

καταρτισμένος

wyszkolony

καταρτισμένος

treinado

καταρτισμένος

тренированный

καταρτισμένος

utbildad

καταρτισμένος

ที่ได้รับการอบรม

καταρτισμένος

eğitilmiş

καταρτισμένος

đã được huấn luyện

καταρτισμένος

训练有素的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close