κατασκεύασμα

Μεταφράσεις

κατασκεύασμα

بناءconstruirkonstruerakonstruereלבנותconstructconstruire (kata'scevazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
περίεργο αντικείμενο, δημιούργημα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close