καταστρέφω

Μεταφράσεις

καταστρέφω

destroy, annihilate, devastate, disrupt, ravage, ruindétruire, ruinerdepredar, arruinar, destruirيُدَمِّرُničit, zkazitødelægge, ruinerezerstörenarruinar, destruirtuhotauništitidistruggere, rovinare破壊する, 荒廃させる파괴하다ruïneren, verwoestenødelegge, ruinerezniszczyć, zrujnowaćразрушать, уничтожатьförstöraทำให้พินาศ, ทำลายmahvetmek, yok etmekphá hủy, tàn phá毁灭, 破坏 (kata'strefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να χαλάσει τελείως Η υγρασία κατάστρεψε τους τοίχους. Ο σεισμός κατάστρεψε το χωριό.
2. φθείρω υλικά ή ψυχικά Το τσιγάρο καταστρέφει την υγεία. Αυτός ο άντρας κατάστρεψε τη ζωή μου.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close