καταστροφικός

(προωθήθηκε από καταστροφική)
Μεταφράσεις

καταστροφικός

(katastrofi'kos) αρσενικό

καταστροφική

(katastrofi'ci) θηλυκό

καταστροφικό

désastreuxdestructive, disastrous, catastrophicكارِثِيّkatastrofálníkatastrofalkatastrophaldesastrosokatastrofaalinenkatastrofalandisastroso大災害の비참한rampzaligkatastrofalzgubnydesastrosoбедственныйkatastrofalก่อให้เกิดความหายนะkorkunçthảm khốc灾难性的, 破坏性破壞性הרסני (katastrofi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που καταστρέφει καταστροφικός πόλεμος
2. που κάνει κακό καταστραφικός χαρακτήρας καταστροφικές συνήθειες
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close