κατατρέχω

Μεταφράσεις

κατατρέχω

(kata'trexo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κυνηγάω με εμμονή Με κατατρέχουν οι τύψεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close