καταφέρνω

Μεταφράσεις

καταφέρνω

(kata'ferno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κατορθώνω Κατάφερα να ανέβω.
2. πείθω Τον κατάφερα να με πάρει μαζί του.

καταφέρνω

завоевать, ладить, управлятьmanage, get along, get onيَتَنَاسَبُ مع, يُدِيرُřídit, vycházetklare, komme godt ud af det sammenauskommen, schaffengestionar, llevarse bienpystyä, tulla toimeengérer, s’entendreslagati se, upravljatiriuscire, salireうまく・・・する, 乗る관리하다, (…)와 잘 지내다beheren, goed opschieten metklare, komme overensdostać się na, zarządzićconseguir, dar-se bem, entender-se (com), gerenciarklara av, komma överensเป็นมิตรกับ, จัดการbaşarmak, binmekhòa thuận, quản lý管理, 融洽相处
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πετυχαίνω κτ Τα κατάφερα!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close