καταφεύγω

Μεταφράσεις

καταφεύγω

resort, take refuge, shelter (kata'fevɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αναζητώ κάπου λύση Κατέφυγα σε δικηγόρο.
2. βρίσκω καταφύγιο Κατέφυγε στο υπόγειο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close