καταφεύγω σε

Μεταφράσεις

καταφεύγω σε

يَلْـجَأُ إلى

καταφεύγω σε

uchýlit se k

καταφεύγω σε

ty til

καταφεύγω σε

zurückgreifen auf

καταφεύγω σε

resort to

καταφεύγω σε

recurrir a

καταφεύγω σε

turvautua johonkin

καταφεύγω σε

avoir recours à

καταφεύγω σε

pribjeći

καταφεύγω σε

ricorrere

καταφεύγω σε

頼る

καταφεύγω σε

...에 의지하다

καταφεύγω σε

zijn toevlucht nemen tot

καταφεύγω σε

ty til

καταφεύγω σε

użyć

καταφεύγω σε

recorrer, recorrer a

καταφεύγω σε

прибегать к

καταφεύγω σε

ta sin tillflykt till

καταφεύγω σε

ขอความช่วยเหลือ

καταφεύγω σε

başvurmak

καταφεύγω σε

phải dùng đến như là lựa chọn cuối cùng

καταφεύγω σε

诉诸于
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close