καταφθάνω

Μεταφράσεις

καταφθάνω

(kata'fθano)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έρχομαι ξαφνικά Κατέφθασε η αστυνομία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close