καταφύγιο

Μεταφράσεις

καταφύγιο

shelter, refuge, sanctuaryabri, port, refugeabrigo, cobijo, refugioمَلْجَأpřístřešek, útočištěly, tilflugtsstedObdach, Zufluchtsuoja, turvapaikkasklonište, utočišterifugio避難所대피소, 피난처schuilgelegenheid, toevluchtsoordly, tilfluktschronienieabrigo, refúgioубежищеskydd, tillflyktที่กำบัง, ที่หลบภัยbarınak, sığınaknơi trú ẩn庇护, 掩蔽处מקלט (kata'fiʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μέρος όπου μπορεί κν να κρυφτεί βρίσκω καταφύγιο
2. μεταφορικά που μας προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας Η δουλειά είναι το καταφύγιό μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close