κατεβάζω

Μεταφράσεις

κατεβάζω

download, lower, take downabaisser, descendre (kate'vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χαμηλώνω κατεβάζω τα μάτια
μουτρώνω
2. πάω κτ πιο κάτω κατεβάζω τις βαλίτσες
3. ξεκρεμάω κατεβάζω πίνακα
4. μεταφορικά μειώνω κατεβάζω τον ήχο
5. οικείο καταναλώνω πολύ φαγητό ή ποτό Kατεβάσαμε κάμποσες μπίρες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close