κατεπείγων

(προωθήθηκε από κατεπείγον)
Μεταφράσεις

κατεπείγων

(kate'piɣon) αρσενικό

κατεπείγουσα

(kate'piɣusa) θηλυκό

κατεπείγον

(kate'piɣon) ουδέτερο
επίθετο
εξαιρετικά βιαστικός κατεπείγον γράμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close