κατεργάρης

(προωθήθηκε από κατεργάρα)
Μεταφράσεις

κατεργάρης

(kater'ɣaris) αρσενικό

κατεργάρα

(kater'ɣara) θηλυκό
ουσιαστικό
πονηρός, ζαβολιάρης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close