κατευθύνω

Μεταφράσεις

κατευθύνω

direct, headaiguiller, diriger (kate'fθino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. οδηγώ κατευθύνω το βλέμμα μου
2. προσανατολίζω, καθοδηγώ κατευθύνω τις προσπάθειές μου προς κατευθύνω δραστηριότητες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close