κατευνάζω

Μεταφράσεις

κατευνάζω

allay, appease, assuage, salve (katev'nazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ηρεμώ κατευνάζω το πλήθος κατευνάζω το θυμό κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close