κατηγορώ

Μεταφράσεις

κατηγορώ

accuser, reprocherвинить, обвинятьaccuse, allege, indict, blame, chargeيَتَّهِمُ, يَلومُobvinit, obžalovatanklage, beskylde, give skyldenanklagen, beschuldigenacusar, culpar, culpasyyttääokriviti, optužitiaccusare告訴する, 訴える, 責める고발하다, 고소하다, 비난하다beschuldigen, in staat van beschuldiging stellen, schuld geven aananklage, beskylde, klandreobwinić, oskarżyćacusar, culparanklaga, skylla påกล่าวหา, ตำหนิ, ฟ้องร้องsuçlamakbuộc tội, đổ lỗi指控, 责备להאשים (katiɣo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κακολογώ, καταγγέλλω κατηγορώ κπ για αμέλεια κατηγορώ κπ για φόνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close