κατοικήσιμος

Μεταφράσεις

κατοικήσιμος

(kati'cisimos) αρσενικό

κατοικήσιμη

(kati'cisimi) θηλυκό

κατοικήσιμο

habitablehabitableobytnábeboeligОбитаемаhabitável (kati'cisimo) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί να κατοικηθεί Δεν είναι κατοικήσιμο αυτό το σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close