κατοικημένος

(προωθήθηκε από κατοικημένο)
Μεταφράσεις

κατοικημένος

(katici'menos) αρσενικό

κατοικημένη

(katici'meni) θηλυκό

κατοικημένο

inhabited, residentialhabité (katici'meno)
επίθετο
που κατοικείται κατοικημένη περιοχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close